Αλεξάνδρα ΚορδόσηΣυμβουλευτική Ψυχολόγος / Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια (M.A., BSc., Pg. Dip.)
Μέλος της Βρετανικής Ένωσης Ψυχολόγων και της Βρετανικής Ένωσης Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας (BPS, HCPC), Μέλος της Διεθνούς Ένωσης Σχεσιακής Ψυχανάλυσης και Ψυχοθεραπείας (IARPP), Υπό πιστοποίηση Ομαδική Ψυχοθεραπεύτρια από το Yalom Institute (USA).

Ψυχολογία Για Εμάς

ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΑΡΜΟΝΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Η Μοναδική Σχέση Μητέρας – Παιδιού και το Μητρικό Στρες

Η μητέρα και το παιδί συνάπτουν ένα πολυσύνθετο δεσμό από την ώρα της σύλληψης. Αυτός ο δεσμός ενισχύεται κατά την ανάπτυξη του εμβρύου στη μήτρα, κατά το τοκετό  και καταλυτικά κατά τα πρώτα έτη ζωής του βρέφους. Παραμένει όμως ισχυρός και μοναδικός καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Είναι πολύ ενδιαφέρουσες οι μελέτες σε έγκυες μητέρες που δείχνουν την αμοιβαία αλληλεπίδραση της μητέρας και του εμβρύου προκειμένου να διευκολυνθεί η παραγωγή και διατήρηση της ζωής. Η αμοιβαία αλληλεπίδραση διαφαίνεται στο ότι δε στηρίζει μόνο η μητέρα το έμβρυο, μεταφέροντας το dnaτης, τα αντισώματα και άλλα εφόδια για την υγεία του, αλλά και το έμβρυο στηρίζει τη μητέρα ώστε να είναι σε θέση να φέρει το έργο της μητρότητας εις πέρας.Για παράδειγμα, εάν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη καρδιά της μητέρας, βλαστοκύτταρα από το βρέφος μεταναστεύουν στη προβληματική περιοχή της μητέρας για να επιδιορθώσουν τη βλάβη. Επίσης, στο τοκετό, στο κράτημα και τη τρυφερότητα της μητέρας προς το μωρό αλλά και στη παραγωγή γάλακτος, μητέρα και νεογνό παράγουν μία ορμόνη την ωκυτοκύνη που θεωρείται η ορμόνη της αγάπης, καθώς παράγει ένα αίσθημα ευδαιμονίας και ηρεμίας που εδραιώνει βαθιούς συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ τους. Ακόμα και η όψη του ήρεμου βλέμματος ενός ικανοποιημένου μωρού που θηλάζει από μπιμπερό ενεργοποιεί την παραγωγή ωκυτοκύνης στη μητέρα. Η ωκυτοκίνη, εκκρίνεται και στην ενήλικη ζωή, κατά τη σωματική επαφή (το χάδι, το μασάζ, την ερωτική επαφή και τον οργασμό) και την ήρεμη και ζεστή βλεματική επαφή στις συντροφικές στιγμές.

Η μητέρα και το παιδί λοιπόν λειτουργούν ενοποιημένα σαν μία ψυχοβιολογική μονάδα,  δεμένοι μάλιστα μέχρι και τη γέννηση και σε σωματικό επίπεδο, με τον ομφάλιο λώρο. Η ευχαρίστηση και η αμοιβαιότητα στην αλληλεπίδραση της δυάδας είναι ιδιαίτερα εμφανής μετά τη γέννηση. Η μητέρα ικανοποιεί τις ανάγκες του παιδιού και η ίδια ικανοποιείται από την ικανοποίηση του παιδιού της. Αντίστοιχα, η δυσφορία και το στρες του μωρού, προκαλούν δυσφορία και στρες στη μητέρα.  Αυτή η στενή επαφή λοιπόν συνεχίζει να είναι στόχος και για τους δύο και μόνο σταδιακά με τη πάροδο του χρόνου, το παιδί ανακαλύπτει την ατομικότητα του, και αρχίζει να αυτονομείται και να εξερευνά τον κόσμο μακριά από τη μητέρα.

Η θεωρία του δεσμού που αναπτύχθηκε από το Βρετανό ψυχολόγο J. Bowlby  (1973, 1969) και οι μετέπειτα έρευνες σε αυτόν, ξεκάθαρα τόνισαν τις επιπτώσεις της ποιότητας του δεσμού που συνάπτεται μεταξύ πρωταρχικού φροντιστή και παιδιού μεταξύ 6 μηνών και 3 ετών. Ένας ευαίσθητος φροντιστής που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού παρέχει μια ασφαλή βάση από όπου το παιδί μπορεί να εξερευνήσει τον κόσμο. Οι σύγχρονες έρευνες στη βρεφική ηλικία και τη νευροεπιστίμη [Beebe, B. & Lachmann, F. (1992, 1998, 2000, 2002), Tronick, E.  et al. (1989,1998), Trevarthen, c. (1977, 1980, 1993) Lyons-Ruth, K. (1999), Stern, D. N. (1985). Shore, A. N. (2001, 2003), Fonagy, P. (2001, 2004)],  καταδεικνύουν τη σημαντικότητα της λειτουργίας της μητέρας ως  ένα «βοηθητικό εγώ», που με επαγρύπνηση, διαίσθηση και συναισθηματικό συντονισμό αντιλαμβάνεται και ανταποκρίνεται κατάλληλα και έγκαιρα στα σινιάλα και τις επικοινωνίες του βρέφους. Σημειωτέον ότι η επικοινωνία μεταξύ μητέρας και βρέφους καθ’όλο το πρώτο έτος είναι μη λεκτική και γίνεται μέσω των εκφράσεων του προσώπου, του τόνου και ρυθμού της φωνής, των κινήσεων – μη λεκτικών μηνυμάτων, τα οποία η μητέρα προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει προκειμένου να αντιληφθεί την εσωτερική, συναισθηματική κατάσταση του βρέφους και να προσφέρει κατάλληλα με την αλληλεπίδραση της, άνεση, φροντίδα και γενικότερα ένα ομαλό επίπεδο διέγερσης στο βρέφος.  Όλες αυτές οι μη-λεκτικές διαπραγματεύσεις μητέρας και βρέφους γύρω από τις ρουτίνες της σίτισης, του ύπνου, του κρατήματος, των ερεθισμάτων κτλ., αποτελούν συναισθηματικές επικοινωνίες που ενεργοποιούν το δεξί εγκεφαλικό ημισφαίριο (το συναισθηματικό ημισφαίριο) του βρέφους και της μητέρας. Αυτού του είδους η πρωταρχική επαφή έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει καθοριστικά στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του παιδιού, βοηθά στη ρύθμιση των συναισθημάτων του και δημιουργεί τα πρότυπα των συναισθημάτων και των μοντέλων σχέσεων μεταξύ εαυτού και άλλων. Η μητέρα δηλαδή με την αλληλεπίδραση της, βοηθά το παιδί να σχηματίσει τα πρότυπα συναισθήματα του αλλά και την αίσθηση του εαυτού του σε σχέση με τους άλλους – το αν έχει επιρροή, αν έχει αξία, αν μπορεί να βασιστεί στους άλλους για τη κάλυψη των αναγκών του κτλ. Κατανοούμε λοιπόν έτσι, τη σημαντικότητα της παρουσίας του πρωταρχικού φροντιστή, συνήθως της μητέρας και τις επιπτώσεις της απουσίας της στην πρώιμη ανάπτυξη του παιδιού. Φυσικά ελλείψεις ή λάθη στο συντονισμό συμβαίνουν συνεχώς και φυσικά είναι αναμενόμενο καθώς η μητέρα έχει τη δική της υποκειμενικότητα, τις δικές της έγνοιες, πρακτικές ευθύνες μακριά από το παιδί και γενικά τους δικούς της περιορισμούς. Αυτό που φαίνεται καταλυτικό είναι το πώς επικοινωνούνται  και το αν επιδιορθώνονται αυτές οι «ρήξεις» στο συναισθηματικό συντονισμό και η συνεπαγόμενη «αποσύνδεση» της δυάδας. Φαίνεται για την υγιή εξέλιξη του παιδιού να είναι απαραίτητη μία συνεχής διαπραγμάτευση όσον αφορά στις ανάγκες του παιδιού, που περιλαμβάνει τόσο τη κάλυψη τους από το φροντιστή και ως αποτέλεσμα την ικανοποίηση του παιδιού, όσο και τη ματαίωση τους (λόγω περιορισμών της) και ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της αυτορρύθμισης του παιδιού / την διαχείριση της ματαίωσης του. Αυτές οι διαπραγματεύσεις μεταξύ μητέρας –παιδιού συνεχίζουν μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού και οδηγούν σταδιακά στην ωρίμανση, εξέλιξη και ανθεκτικότητα του ατόμου εωσότου είναι συναισθηματικά αυτόνομο και διαφοροποιημένο.

Η θεωρία του δεσμού εξηγεί ότι ένας ασφαλής δεσμός μεταξύ μητέρας – παιδιού διαφαίνεται  όταν το παιδί που νιώθει (για κάποιο λόγο) την ανάγκη του γονέα του, θα έχει σχηματίσει θετικές προσδοκίες (από παρελθοντικές εμπειρίες αλληλεπίδρασης με το γονέα), ότι ο γονέας θα είναι διαθέσιμος και βοηθητικός στο θέμα που απασχολεί το παιδί. Έτσι θα τον αναζητήσει και θα ανακουφιστεί από την επαφή μαζί του. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε, ότι το παιδί θα βρει τρόπους να συνάψει δεσμούς ακόμα και με τους γονείς που δεν είναι διαθέσιμοι ή χρήσιμοι στη κάλυψη των αναγκών τους.Εκεί μιλάμε για ανασφαλείς δεσμούς, όπου το παιδί νιώθει ανησυχία για τη διαθεσιμότητα του γονέα και μπορεί να αναγκασθεί να διαχειριστεί αυτό το στρες, είτε α)αμφιθυμικά – τη μία να θέλει την επαφή με τον γονέα, ενώ την άλλη να θυμώνει και να απομακρύνεται, είτε β) να απομακρυνθεί / αδιαφορήσει εντελώς για την επαφή με το γονέα ή ακόμα χειρότερα γ) να αποδιοργανωθεί εντελώς σε σχέση με την επαφή με το γονέα.

Αυτό που προέκυψε σημαντικά από τις μετέπειτα έρευνες στη θεωρία δεσμού είναι το ότι ένας ασφαλής δεσμός δεν διαφαίνεται απαραίτητα από τη κοντινότητα και τη συχνότητα στην επικοινωνία, αλλά από τη ποιότητα της επικοινωνίας. Ένα παιδί που κρατά σφιχτά τη μητέρα από το χέρι όταν πάει βόλτα ή βρίσκεται συνεχώς κοντά της σε μία νέα κατάσταση, δεν είναι απαραίτητα δείγμα ασφάλειας. Απεναντίας, συχνά είναι δείγμα ανασφάλειας και φόβου. Το συναισθηματικά ασφαλές παιδί τρέχει να παίξει μακριά από τη μητέρα και επιστρέφει σε αυτήν – την ασφαλή βάση, μόνο για να φορτίσει ξανά επειδή φοβήθηκε ή κατέκτησε κάτι νέο και μετά ξαναφεύγει  μακριά να εξερευνήσει. Αντίστοιχα στην ενήλικη ζωή, η καθημερινή και συχνή επικοινωνία μεταξύ παιδιού και γονέα, δεν παραπέμπουν απαραίτητα σε εγγύτητα και ασφάλεια, αλλά πιθανώς σε ανασφάλεια και ψυχική ανωριμότητα. Αντίστοιχα, ένα παιδί που δεν συμβουλεύεται καθόλου τους γονείς του και δεν αναζητά την επαφή μαζί τους, δε παραπέμπει απαραίτητα  σε μία ασφαλή αίσθηση εαυτού, αλλά ίσως και σε μία πρόωρη και αναγκαστική αυτονόμηση από αντίδραση και ανασφάλεια.

Το αυξημένο στρες που παρουσιάζουν οι μητέρες σήμερα έγκειται σε μεγάλο βαθμό στο ότι η μητέρα του σήμερα,  έχει απομακρυνθεί από το πρωταρχικό ρόλο της – έχει απομακρυνθεί από το παιδί της. Ο μητρικός ρόλος του να παραμένει η μητέρα κοντά στο παιδί με αποκλειστική ενασχόληση την επιβίωση και ανάπτυξη του (παρέχοντας κυρίως τροφή, ασφάλεια και φροντίδα), αποτελεί μία βιολογικά καθορισμένη ιδιότητα, μέσα στα εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης της ανθρωπότητας.  Η μητέρα του σήμερα, χρειάζεται να εργάζεται και να φροντίζει για πολλά παραπάνω έργα και έτσι αναγκάζεται να αφήνει το παιδί της σε κάποιο άλλο φροντιστή. Ως αποτέλεσμα βιώνει αγωνία και ενοχή. Αγωνία για το αν το παιδί της είναι καλά / ασφαλές / φροντισμένο και ενοχή για το αν η ίδια είναι καλός γονιός. Αυτό το στρες είναι μία φυσιολογική και αναπόφευκτη αντίδραση της μητέρας στην δυσκολία να διαχειριστεί και να ισορροπήσει τις διαφορετικές ανάγκες που έχει μία γυναίκα στη σημερινή κοινωνία αλλά και στην έμφυτη επίγνωση της, του πόσο σημαντική είναι για την εξέλιξη του παιδιού της. Η σημερινή μητέρα έχει πολλαπλές ανάγκες, όπως το να είναι καλή και στοργική  μητέρα απέναντι στο παιδί της, να είναι καλή σύντροφος απέναντι στον σύντροφο της, να είναι «κουβαλητής» στο σπίτι, να είναι επιτυχημένη επαγγελματίας, να είναι όμορφη και περιποιημένη κ.α. Το να αντεπεξέλθει σε αυτούς τους διαφορετικούς και συχνά αντιφατικούς κοινωνικούς και βιολογικούς ρόλους και παράλληλα να καταφέρει να διατηρεί την ψυχική της ισορροπία αποτελεί ένα πολύ δύσκολο έργο. Το αυξημένο μητρικό στρες λοιπόν που παρατηρείται στις μητέρες του σήμερα, μπορεί να είναι αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό του πως διαχειρίζεται αυτή την αγωνία και ενοχή απέναντι στο ρόλο της ως μητέρα. Το  στρες αυτό συχνά διαφαίνεται σε μία απόλυτη και δύσκαμπτη συμπεριφορά. Εάν αφήνοντας πολλές ώρες το παιδί της σε κάποιο άλλο φροντιστή / δραστηριότητα, μπορεί η μητέρα να προσπαθήσει στο λίγο χρόνο που ουσιαστικά έχει με το παιδί της, να υπεραναπληρώσει, με το να γίνει υπερελεγκτική, αυστηρή στα όρια, αυταρχική. Μια άλλη εξίσου προβληματική διαχείριση  αυτού του μητρικού στρες έχει να κάνει με το να ‘παραδώσει / θυσιάσει’ εντελώς τους άλλους ρόλους της (εργασία, συντροφικό ρόλο, προσωπικό ελεύθερο χρόνο κτλ) και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο μητρικό ρόλο – σε μία κοινωνία όμως, όπου η πλειοψηφία των γυναικών είναι εργαζόμενες και έχουν πολλαπλούς ρόλους. Εκεί και πάλι, εγκυμονεί ο κίνδυνος η μητέρα να νιώσει ανεπαρκής σε άλλες πτυχές της προσωπικότητας της και να προσπαθήσει να στηρίξει όλη την αυτοπεποίθηση της μέσα από τη φροντίδα των παιδιών της. Κατανοούμε λοιπόν ότι μία τέτοια υπερεμπλεκόμενη μητέρα με αυξημένη ανησυχία για τα παιδιά της, σε μεγάλο βαθμό ανακουφίζει τη δικές  της ανάγκες  για προσοχή και προσωπική αξία και που φυσικά όσο τα παιδιά αυτονομούνται και προχωρούν στη ζωή τους, τόσο η ίδια ματαιώνεται και μαραζώνει.

Εδώ είναι σημαντικό να τονίσουμε τη σημαντικότητα της παρουσίας του πατέρα, ο οποίος δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ανταγωνιστικά ως προς τις ευθύνες  και τους ρόλους  που έχει το κάθε μέλος του ζευγαριού, αλλά συμπληρωματικά. Εφόσον η μητέρα έχει οριστεί ως ο πρωταρχικός φροντιστής του παιδιού, θα πρέπει να έχει σύμμαχο το σύζυγο της στο να τη στηρίζει στο μητρικό της ρόλο με το να τη φροντίζει. Είναι σημαντικό να τονιστεί επίσης, ότι έρευνες του δεσμού επικυρώνουν ότι ο ρόλος του φροντιστή μπορεί να μην είναι αποκλειστικά η μητέρα, αλλά αυτός που αναλαμβάνει τη πρωταρχική φροντίδα του παιδιού. Σε περιπτώσεις που υπάρχει ανάγκη να είναι κάποιος άλλος ο φροντιστής, όπως ο πατέρας, ή άλλο οικογενειακό μέλος π.χ στη περίπτωση μονογονεϊκών οικογενειών λόγω θανάτου ή ανικανότητας της μητέρας, οι πατεράδες μπορούν εξίσου με τη προσπάθεια και το ενδιαφέρον τους να είναι αυτοί που καθοριστικά αλληλεπιδρούν με το παιδί και το βοηθούν καταλυτικά την ανάπτυξη τους.  Σίγουρα οι άντρες δεν έχουν τη βιολογική προδιάθεση να γνωρίζουν ενστικτωδώς τι χρειάζεται το παιδί, όμως η βιολογία προσαρμόζεται ανάλογα τις ανάγκες του περιβάλλοντος,  με τη προσπάθεια και την επανάληψη.  Υπάρχουν πολλοί πατεράδες που κάνουν ότι ακριβώς κάνουν οι  μητέρες, επειδή χρειάστηκε και τα καταφέρνουν όπως μία αρκετά καλή μητέρα.

Επίσης μπορούμε να δούμε κάποιες διαφορές μεταξύ του μητρικού και πατρικού στρες. Καταρχάς οι μητέρες λόγω της πολυπλοκότητας και αναλυτικής  φύσης τους, τείνουν να αντιδρούν συνολικά με περισσότερο στρες σε σχέση με τη πιο ορθολογική και σταθερή φύση του άντρα. Επίσης, κοινωνικά, οι γυναίκες είναι περισσότερο αποδεκτό να εκφράζουν  τα αισθήματα τους, όπως την αδυναμία και ανησυχία τους, ενώ οι άντρες, παρά το ότι συχνά νιώθουν αντίστοιχα, δεν ενθαρρύνονται να τα εκφράσουν.  Επίσης το στρες που βιώνει ο πατέρας είναι συνυφασμένο με το δικό του πρωταρχικό ρόλο  που περιλαμβάνει πρωτίστως το να διασφαλίσει την οικονομική και υλική ευημερία στην οικογένεια. Το ότι ο πατέρας αγχώνεται για την εργασία του, τα οικονομικά του νοικοκυριού και τις δραστηριότητες της οικογένειας δεν τον καθιστούν αδιάφορο προς το μεγάλωμα του παιδιού. Απεναντίας, ο πατέρας συναισθάνεται παράπλευρα τις ανάγκες του παιδιού και της μητέρας και συνεισφέρει με το δικό του ρόλο στην επιβίωση της οικογένειας ως όλον. Βιολογικά, οι άνδρες είναι προγραμματισμένοι να απομακρύνονται από το σπίτι προκειμένου να συλλέξουν και να προσκομίσουν τροφή στην οικογένεια και προκειμένου να μπορούν να απομακρύνονται και να επιστρέφουν στην οικογένεια, έχουν βιολογικά τη προδιάθεση να δένονται λιγότερο συναισθηματικά απ’ότι οι γυναίκες. Αυτή η ανεξάρτητη φύση τους λειτουργεί καταλυτικά στην επιβίωση και εξέλιξη της οικογένειας.

Αντίστοιχα στο χρόνο που περνούν με το παιδί τους, μητέρα και πατέρας συχνά αναλαμβάνουν διαφορετικές δραστηριότητες και διαφορετικούς τρόπους να προσφέρουν και να διαπαιδαγωγήσουν. Ενώ οι μητέρες διασφαλίζουν σε μεγάλο βαθμό την διαπαιδαγώγηση του παιδιού στο να είναι ασφαλή, φροντισμένα και δομημένα στην επικοινωνία και τις συναισθηματικές αντιδράσεις τους, οι πατεράδες συχνά μαθαίνουν στα παιδιά να αναλαμβάνουν ρίσκο και να κάνουν νέες δραστηριότητες που απαιτούν θάρρος και ενισχύουν την μάθηση και αυτονόμηση τους. Είναι συχνό φαινόμενο, οι πατεράδες να ενισχύουν μία δραστηριότητα στο παιδί τους, που στρεσάρει τη μητέρα και που η ίδια δε θα επέτρεπε. Αυτό είναι κατανοητό αν δούμε τους γονείς σαν δύο διαφορετικούς αλλά εξίσου σημαντικούς  πόλους για την ανάπτυξη του παιδιού. Από τη μία η μητέρα ενισχύει την ασφάλεια και τη δομή και συναισθηματική ισορροπία του παιδιού  και από την άλλη, ο πατέρας ενισχύει την εξερεύνηση, την αυτονόμηση και το ρίσκο. Αντίστοιχα, οι μητέρες συχνά επικεντρώνονται σε δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με την καλλιέργεια των γνωστικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων του παιδιού, ενώ οι πατεράδες με δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με το σώμα. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι το παιδί χρειάζεται εξίσου την ασφάλεια και σταθερότητα στα συναισθήματα του και τη συμπεριφορά του, όμως εξίσου χρειάζεται να μπορεί να διαχειρίζεται την έκπληξη, το φόβο και τον ενθουσιασμό. Αυτά είναι και συναισθήματα που ο πατέρας σε ασφαλές πλαίσιο μαθαίνει στο παιδί του όταν παίζουν «αεροπλανάκι» ή αργότερα του μαθαίνει ποδήλατο, οδήγηση κτλ. Όσον αφορά λοιπόν στο στρες  που βιώνουν οι μητέρες, δε θα λέγαμε ότι είναι περισσότερο από αυτό των πατεράδων, αλλά ποιοτικά διαφορετικό.

Κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση του στρες στην οικογένεια είναι οι ακόλουθες: H ζωή του ζευγαριού είναι σημαντικό να παραμένει ενεργή και έξω από το γονικό ρόλο. Εάν φροντίζονται τα μέλη του ζευγαριού μεταξύ τους, με το να έχουν συντροφικότητα, ερωτική ζωή και ευχάριστες δραστηριότητες, αυτό επιτρέπει στα άτομα να έχουν μειωμένο στρες και θετική / ευχάριστη αίσθηση για τη ζωή τους. Αντίστοιχα και ο ατομικός χρόνος που χαλαρώνει το κάθε μέλος, επίσης είναι απαραίτητος για την ισορροπία της οικογενειακής ζωής. Να τονιστεί ότι η θεωρία δεσμού και όλες οι σύγχρονες έρευνες τονίζουν ότι τα οφέλη στην ανάπτυξη του παιδιού έχουν να κάνουν κυρίως με τη ποιότητα του δεσμού και όχι με τη ποσότητα. Η μητέρα, εφόσον έχει καλή πρόθεση και αγάπη προς το παιδί της, είναι προικισμένη σε ψυχοβιολογικό επίπεδο να το φροντίσει κατάλληλα. Θα πρέπει να επιτρέψει στον εαυτό της να κάνει λάθη, να μην είναι τέλεια. Θα πρέπει να αντισταθεί στα στάνταρς μίας κοινωνίας που θεωρεί ότι όλα έχουν τέλειες  και ξεκάθαρες λύσεις, όπου τα παιδιά βγαίνουν όλα φυσιολογικά εντός μίας νόρμας  και όπου υπάρχουν ξεκάθαρα βήματα που οδηγούν σε μία καλή διαπαιδαγώγηση. Θα πρέπει να υπερνικήσει τις κριτικές φωνές των άλλων που είναι αναπόφευκτες, καθώς όλοι κρίνουμε σαν παρατηρητές μία κατάσταση.  Το σημαντικότερο όμως είναι εμείς οι ίδιοι να αναλαμβάνουμε την ευθύνη  του εαυτού μας  για το τι θέλουμε και μπορούμε στη ζωή μας και τι όχι. Το να «θυσιάζει» κανείς τον εαυτό του για τον άλλο, δεν ωφελεί κανένα και μάλιστα είναι ερευνητικά αποδεδειγμένο  στο χώρο της ψυχικής υγείας, ότι τα παιδιά που μεγάλωσαν με την αίσθηση ότι οι γονείς τους θυσιάστηκαν ή δεν έζησαν καλά για να αφιερωθούν σε αυτά, πασχίζουν να νιώσουν αξία για τον εαυτό τους και σχετίζονται με διαταραγμένους τρόπους στις μετέπειτα σχέσεις τους. Τα παιδιά θα κάνουν τα πάντα για να στηρίξουν τους γονείς τους ώστε να καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στο γονικό τους ρόλο και αυτό είναι και το σημείο όπου σταματάει η ανάπτυξη τους μπαίνοντας σε μία αντιστροφή ρόλου – το να γίνουν πρώιμα ενήλικες και να «μεγαλώσουν» τους γονείς τους. Γι’αυτό λοιπόν, χρειάζεται να κάνουμε βήματα ώστε να είμαστε ουσιαστικά καλά στο ρόλο μας και στο μέγιστο της αποδοτικότητας μας.  Εάν «κολλήσουμε» στην ενοχή και τα στάνταρς των άλλων, δε θα καταφέρουμε να χαρούμε τίποτα. Θα πρέπει να απομακρυνθούμε από την επιφανειακή λογική της εικόνας, της συμπεριφοράς και της τελειότητας που μας κάνει απολυταρχικούς και δύσκαμπτους. Το να είμαστε ουσιαστικά αποτελεσματικοί περιλαμβάνει να ακούμε βαθύτερα τον εαυτό μας  και τους άλλους, να αναγνωρίζουμε και να εκφράζουμε τα συναισθήματα μας, ακόμα και τα δύσκολα – όπως το θυμό και την ανεπάρκεια μας. Να βάζουμε τα όρια μας και να εκφράζουμε στους άλλους αυτό που θέλουμε ή νιώθουμε χωρίς να γινόμαστε απολυταρχικοί ή θύματα, αλλά  σαφείς, επικοινωνιακοί και συμπονετικοί – πρώτα απ’όλα με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Βιβλιογραφία και Αναφορές:

AINSWORTH, M.D.S., BLEHAR M.C., WATERS E. & WALL S. (1978). Patterns of attachment: A psychological study of the strange situation. Hillsdale NJ: Erlbaum.

 

BEEBE, B. & LACHMANN, F. (2002). Infant Research and Adult Treatment: Co-constructing Interactions. Hillsdale, NJ: Analytic Press.

BEEBE, B., LACHMANN, F. (1998). Co-Constructing Inner and Relational Processes: Self and Mutual Regulation in Infant Research and Adult Treatment. Psychoanalytic Psychology, Vol 15, (4), 480-516.

BEEBE, B., JAFFE, J. & LACHMANN F. (1992). A dyadic Systems View of Communication. In: Relational Perspectives in Psychoanalysis, (ed) N. Skolnick & S. Warshaw, pp61-81. Hillsdale NJ: Analytic Press.

BENJAMIN, J. (1990). An Outline of Intersubjectivity: The Development of Recognition. Psychoanalytic Psychology (7), 33-46.

BOWLBY, J. (1958). The nature of the child’s ties to his mother. International Journal of Psycho-analysis, 39, 350-37

BOWLBY, J. (1988). A Secure Base: Parent- child attachment and healthy human development. New York: Basic Books.

FONAGY, P. (2001). Attachment theory and Psychoanalysis. New York: Other Press.

GIANINO, A.. & TRONICK, E. (1988). The Mutual Regulation Model: The Infant’s Self and Interactive Regulation Coping and Defense. In: Stress and Coping  (ed) FIELD, T.  CABE, P. MC, & SCHNEIDERMAN, N., pp 47-68. Hillsdale NJ: Lawrence Erlbaum.

LYONS-RUTH, K. (1999). The Two Person Unconscious, Intersubjective Dialogue, Enactive Relational Representation and the Emergence of New Forms of Relational Organization.  Psychoanalytic Enquiry Vol 19 (4) 576-617.

SHORE, A. N. (2001), Minds in the Making: Attachment, the Self-Organizing Brain and Developmentally-Oriented Psychoanalytic Psychotherapy. British Journal of Psychotherapy, 17(3), 299-328.

STERN, D. N. (1985). The Interpersonal World of the Infant. New York: Basic Books.

TREVARTHEN, C. (1980). The Foundations of Intersubjectivity. In: Social Foundations of Language and Thought (ed). OLSON. D. R New York: Norton, pp 216-242.

TRONICK, E. Z., STERN N. B., HARRISON A. M., LYONS-RUTH K., MORGAN A. C., NAHUM J. P., SANDER L., STERN D. N. (1998), Dyadically Expanded States of Consciousness and the Process of Therapeutic Change. Infant Mental Health Journal, Vol 19 (3), 290-299.

WINNICOTT, D. W. (1965). The Maturational Process and the Facilitating Environment. London: Hogarth Press.

english version