Αλεξάνδρα ΚορδόσηΣυμβουλευτική Ψυχολόγος / Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια (M.A., BSc., Pg. Dip.)
Μέλος της Βρετανικής Ένωσης Ψυχολόγων και της Βρετανικής Ένωσης Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας (BPS, HCPC), Μέλος της Διεθνούς Ένωσης Σχεσιακής Ψυχανάλυσης και Ψυχοθεραπείας (IARPP), Υπό πιστοποίηση Ομαδική Ψυχοθεραπεύτρια από το Yalom Institute (USA).

Ψυχολογία Για Εμάς

ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΑΡΜΟΝΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Η Βιολογική Λειτουργία του Άγχους: Σύμμαχος ή Εχθρός του Οργανισμού;

Η αντίδραση του άγχους αποτελεί μία φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο οργανισμός απειλείται και χρειάζεται να κινητοποιηθεί κατάλληλα προκειμένου να επιβιώσει. Οι περιστάσεις αυτές μπορεί να είναι λιγότερο απειλητικές, όπως είναι η απαιτητική σωματική άσκηση, ή περισσότερο, όπως είναι κάποια σοβαρή απειλή για τη σωματική ή ψυχολογική μας ακεραιότητα.

Η απειλή αυτή μπορεί να είναι πραγματική ή υποθετική. Ο οργανισμός δηλαδή, μπορεί να αντιδράσει με άγχος είτε σε μία πραγματική επίθεση εναντίον του, είτε στην υποκειμενική αντίληψη ότι η κατάσταση είναι απειλητική (όπως όταν περνάμε από ένα σκοτεινό δρόμο και χωρίς να συμβεί κάτι, ο οργανισμός μας βρίσκεται σε εγρήγορση για τη πιθανότητα να αντιμετωπίσει κάποια επίθεση). Επίσης, η απειλή μπορεί να αφορά τόσο στη σωματική μας ακεραιότητα (όπως περιγράφηκε) όσο και στη ψυχολογική μας ακεραιότητα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το άγχος που μας διακατέχει όταν πρόκειται να κριθούμε αυστηρά από τους συναδέλφους μας για κάποια παρουσίαση στην εργασία μας, ή το άγχος που μας προκαλεί κάποια σοβαρή διαμάχη με το σύντροφο μας. Τέτοιες περιστάσεις απειλούν την ψυχολογική μας ακεραιότητα και η αντίδραση του άγχους, μας κινητοποιεί να διαφυλάξουμε την αυτοπεποίθηση και τη ψυχική μας ισορροπία.

Πως όμως αντιδρά ο οργανισμός για να προστατευτεί; Όταν ο οργανισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με μία κατάσταση η οποία είναι εν δυνάμει απειλητική, ο εγκέφαλος και το σώμα συνεργάζονται σε μία διαδικασία πολύπλοκων νευροχημικών αντιδράσεων, προκειμένου να αξιολογήσουν και να προσαρμοστούν στις ανάγκες της κατάστασης. Στην βιολογική αντίδραση του οργανισμού στην απειλή,  παίζουν καθοριστικό ρόλο μεταξύ άλλων εγκεφαλικών δομών, το Στέλεχος και το Μεταιχμιακό (Λιμπικό) Σύστημα. Συγκεκριμένα, στο εγκεφαλικό Στέλεχος, υπάρχει μια δεσμίδα νευρώνων, ο Υπομέλας Τόπος, ο οποίος λαμβάνει τα αισθητηριακά  δεδομένα (τόσο εξωτερικά από τις αισθήσεις μας: όραση, ακοή, όσφρηση, αφή, γεύση, όσο και  εσωτερικά από τις βιολογικές λειτουργίες και τα ζωτικά μας όργανα: καρδιακός ρυθμός, αίσθηση πείνας ή δίψας κ.τ.λ.). Στον Υπομέλανα Τόπο, τα δεδομένα αυτά αξιολογούνται για το κατά πόσο το περιεχόμενο τους είναι απειλητικό. Από εκεί, με μία σειρά νευροχημικών αντιδράσεων (κατά κύριο λόγο την έκκριση αδρεναλίνης), τα μηνύματα αποστέλλονται στο Μεταιχμιακό Σύστημα (Scaer, 2005).

Το Μεταιχμιακό Σύστημα, βρίσκεται στο κέντρο του εγκεφάλου (μέσος εγκέφαλος) και  αποτελεί την ‘αποθήκη’ των συναισθημάτων, των ενστικτωδών αντιδράσεων μας,  της συναισθηματικά φορτισμένης μνήμης και των συσχετίσεων (attachment). Το Μεταιχμιακό Σύστημα ρυθμίζει τις συμπεριφορές επιβίωσης καθώς κινητοποιεί την αρχέγονη αντίδραση Μάχης – Φυγής – Παγώματος (Scaer, 2005). Επίσης παρέχει συναισθηματική καθοδήγηση για την αυτοσυντήρηση και συντήρηση των ειδών, καθώς συνθέτει μία αίσθηση πραγματικότητας στις αντιλήψεις μας για τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο. Η Αμυγδαλή και ο Ιππόκαμπος αποτελούν σημαντικά μέρη του Μεταιχμιακού Συστήματος καθώς συνεργάζονται στενά για την επεξεργασία και αποθήκευση των συναισθηματικά φορτισμένων γεγονότων. Η Αμυγδαλή αποθηκεύει σε μορφή έντονων ασυνείδητων εικόνων τη συναισθηματικής χροιά του συμβάντος (‘πως ένιωσα’ όταν συνέβη), ενώ ο Ιππόκαμπος, το γνωστικό πλαίσιο που δίνει νόημα στο συμβάν (‘ποιος, που, πότε, γιατί’ συνέβη). Με τη σειρά τους, η Αμυγδαλή και Ιππόκαμπος συνδέονται με άλλες σημαντικές δομές τους μέσου εγκεφάλου, όπως  το Θάλαμο και τον Υποθάλαμο. Επιπλέον, το Μεταιχμιακό Σύστημα είναι στενά συνδεδεμένο με το Αυτόνομο Νευρικό Σύστημα (ΑΝΣ) και τα ζωτικά μας όργανα (πνεύμονες, καρδιά, κυκλοφορικό σύστημα, νεφρά κ.α.). Οι λειτουργίες του Μεταιχμιακού Συστήματος και του ΑΝΣ εμπλέκονται καθοριστικά τόσο στους φυσιολογικούς μηχανισμούς του άγχους, καθώς και στις μη φυσιολογικές καταστάσεις του, όπως είναι οι Αγχώδεις Διαταραχές  (η Μετατραυματική Διαταραχή, η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, οι Κρίσεις Πανικού  και οι Φοβίες).

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, στην έκτακτη περίπτωση της απειλής για τον οργανισμό, αν το Μεταιχμιακό Σύστημα αξιολογήσει ότι υπάρχει επαρκής αντοχή, χρόνος και χώρος, ο οργανισμός θα διαφύγει (Αντίδραση της Φυγής). Αν το Μεταιχμιακό Σύστημα αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει χρόνος ή χώρος για να διαφύγει, αλλά επαρκής αντοχή, ο οργανισμός θα πολεμήσει (Αντίδραση της Μάχης). Αν το Μεταιχμιακό σύστημα αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει ούτε χρόνος, ούτε χώρος ή δύναμη για να αμυνθεί ή να διαφύγει, θα παγώσει (Αντίδραση του Παγώματος ή «Παριστάνοντας το Πεθαμένο»). Η αντίδραση του Άγχους λοιπόν, αποτελεί μία αρχέγονη και ζωτικής σημασίας λειτουργία για την επιβίωση μας. Μας προετοιμάζει κατάλληλα προκειμένου να ανταπεξέλθουμε σε καταστάσεις  αυξημένης ανάγκης.

Όταν ο οργανισμός μπει σε κατάσταση συναγερμού (όπως κατά την αντίδραση Μάχης – Φυγής), ενεργοποιούνται μία σειρά βιολογικών αντιδράσεων του Συμπαθητικού Νευρικού Συστήματος – ο κλάδος του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος που γενικά είναι αρμόδιος για την εγρήγορση του οργανισμού σε απαιτητικές καταστάσεις. Οι αντιδράσεις αυτές πραγματοποιούνται αυτόματα, άνευ εκούσιου ελέγχου. Ο οργανισμός απελευθερώνει τα απαραίτητα καύσιμα (γλυκόζη, σάκχαρα) ώστε ο εγκέφαλος να μπορεί να με μεγάλη ταχύτητα να εκτιμήσει τα δεδομένα της κατάστασης και να αποφασίσει την αντίδρασή του. Ταυτόχρονα, αποσύρει αίμα από τα όργανα και τις σωματικές περιοχές που δεν αποτελούν υψηλές προτεραιότητες (όπως η πέψη) ενώ το επικεντρώνει σε καίρια ζωτικά όργανα όπως η καρδιά και οι πνεύμονες καθώς και στους μύες, οι οποίοι προετοιμάζονται για δράση. Παράλληλα, εκκρίνονται ορμόνες όπως η αδρεναλίνη και η κορτιζόλη, ο καρδιακός παλμός, η αρτηριακή πίεση και η πρόσληψη οξυγόνου αυξάνονται και οι κόρες διαστέλλονται. Το αποτέλεσμα είναι το άτομο να επικεντρώνει τη προσοχή του στην άμεση κατάσταση, να αισθάνεται μία έκρηξη αδρεναλίνης που βιώνεται ως αισθήματα φόβου και θυμού,  έτσι ώστε συνολικά οργανισμός να είναι σε ετοιμότητα να παλέψει ή να διαφύγει.

Σε αλληλοσυμπληρωματική δράση, το Παρασυμπαθητικό Νευρικό Σύστημα (ο άλλος κλάδος του ΑΝΣ), ενεργοποιείται όταν ο οργανισμός έχει πάψει πλέον να βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης ανάγκης, δηλαδή, με την απομάκρυνση από την απειλή ή μετά το τέλος της έντονης σωματικής άσκησης. Το ΠΝΣ ευθύνεται για τη καταπράυνση του οργανισμού και την επαναφορά του στην αρχική κατάσταση ηρεμίας και ισορροπίας του (ομοιόσταση). Αυτό επιτυγχάνεται με τη σταδιακή αποκατάσταση των φυσιολογικών λειτουργιών του οργανισμού (ορμονολογική εξισορρόπηση, χαλάρωση των μυών, αποκατάσταση καρδιακού και αναπνευστικού ρυθμού κ.τ.λ.).

Όλα τα παραπάνω αποτελούν φυσιολογικές διαδικασίες του άγχους. Στις χρόνια στρεσογόνες ή τραυματικές εμπειρίες όμως, όπως όταν εκτίθεται επανειλημμένα κανείς στη βία ή σε κάποιο άλλο φοβογόνο / στρεσογόνο  ερέθισμα (όπως συμβαίνει στις διαταραχές του άγχους ή και της διάθεσης κάποιες φορές), είναι πολύ πιθανό, να αλλοιωθεί η φυσιολογική  λειτουργία των εμπλεκόμενων εγκεφαλικών συστημάτων και δομών. Το Αυτόνομο Νευρικό Σύστημα λειτουργεί ακατάπαυστα και με δυσλειτουργικό τρόπο, καθώς το Παρασυμπαθητικό Νευρικό σύστημα ενεργοποιείται σχεδόν ταυτόχρονα με το Συμπαθητικό Νευρικό Σύστημα (Rothchild, 2000). Ο Υπομέλας Τόπος συνεχίζει να παράγει αδρεναλίνη και το Μεταιχμιακό Σύστημα να προετοιμάζει τον οργανισμό για την αντίδραση Μάχης – Φυγής. Αυτό συμβαίνει γιατί στην επαναλαμβανόμενη και παρατεταμένη έκθεση στο άγχος, το σώμα δεν σταματά ουσιαστικά ποτέ να βρίσκεται σε κατάσταση συναγερμού, ενώ ταυτόχρονα, δεν έχει ποτέ την ευκαιρία να επιστρέψει πλήρως σε μία κατάσταση ομοιόστασης και έτσι σταδιακά εξουθενώνεται (Rothschild, 2000). Σε νευροφυσιολογικό επίπεδο, αυτό είναι το αποτέλεσμα της παρατεταμένης ροής της αδρεναλίνης και κοτιζόλης στο σώμα και στα όργανα, ακόμα και μετά την απομάκρυνση από την απειλή. Η παρατεταμένη έκκριση κορτιζόλης έχει συσχετιστεί με το κλείσιμο του Ιπποκάμπου και η δυσλειτουργία αυτή με τη σειρά της προκαλεί σχάσεις μεταξύ συναισθήματος και μνήμης όσον αφορά τις αγχώδεις εμπειρίες (Rothschild, 2000). Τα υπερβολικά αγχώδη άτομα ή  αυτά με ιστορικό τραύματος, συχνά έχουν έντονα φορτισμένα συναισθήματα (αμυγδαλή) για κάτι που συνέβη, χωρίς μνήμη του τι ακριβώς συνέβη (ιππόκαμπος). Αντίστοιχα, μπορεί να θυμούνται ξεκάθαρα τι συνέβη αλλά να μην έχουν καθόλου συγκινησιακή αντίδραση. Μπορεί να βρίσκονται σε μία μόνιμη κατάσταση επαγρύπνησης χωρίς να ξέρουν γιατί (Simington, 2010).

Σύνοδες μακροπρόθεσμες συνέπειες του χρόνιου άγχους  συμπεριλαμβάνουν ιατρικές καταστάσεις όπως υπέρταση, καρδιακές παθήσεις, αλλοιώσεις στη νεφρική και εντερική λειτουργία και στο ανοσοποιητικό σύστημα.

Έτσι λοιπόν κατανοούμε ότι το ανθρώπινο σύστημα της φυσικής αυτό-άμυνας  του άγχους , που υπό φυσιολογικές, έκτακτες συνθήκες, κινητοποιεί κατάλληλα τον οργανισμό για αλλαγές, όταν διαιωνίζεται (και δε χρησιμοποιείται σε έκτακτες ανάγκες μόνον), καταλήγει να εξαντλείται και να αποδιοργανώνεται.  Συχνά στις Αγχώδεις Διαταραχές, το άτομο προσπαθεί να ζήσει έχοντας ένα υπερ-αντίδραστικό, υπερ-ευαίσθητο στα ερεθίσματα νευρικό σύστημα, εμφανίζοντας διαστρεβλώσεις στην αντίληψη, διαταραχές στη μνήμη και τη συγκέντρωση και έντονες δυσκολίες ρύθμισης των συναισθημάτων του. Έτσι τα υπερβολικά αγχώδη άτομα παγιδεύονται σε συναισθηματικούς φαύλους κύκλους άνευ του ελέγχου τους και καταλήγουν να αισθάνονται ανασφαλή ακόμα και μέσα στο ίδιο τους το σώμα. Συχνά τα υπερβολικά αγχώδη άτομα εμφανίζονται στους άλλους σαν να μη μπορούν να διαχειριστούν τις σκέψεις, τις αισθήσεις και τη συμπεριφορά τους.

Η αποκατάσταση του οργανισμού στις απλές περιπτώσεις έκθεσης στο άγχος, περιλαμβάνουν την ανακούφιση του οργανισμού αρχικά με την απομάκρυνση από τη στρεοσογόνο κατάσταση. Στη συνέχεια η ανάπαυλα του οργανισμού με χαλαρωτικές δραστηριότητες, ξεκούραση, ύπνο, καλή διατροφή, ή άλλες ψυχολογικά ευχάριστες δραστηριότητες, είναι αρκετές προκειμένου να ενισχύσουν τους ενδογενής μηχανισμούς αποκατάστασης του οργανισμού. Στη περίπτωση όμως της χρόνιας και τραυματικής έκθεσης στο άγχος, όπως συμβαίνει στις Αγχώδεις Διαταραχές και το Μετατραυματικό Στρες, το άτομο χρειάζεται μία πολυεπίπεδη θεραπεία που συχνά περιλαμβάνει την αποκατάσταση σε βιολογικό, ψυχικό, νοητικό και πνευματικό επίπεδο.

Βιβλιογραφία:

Rothschild, B. (2000) The Body Remembers: The Psychophysiology of Trauma and Trauma Treatment. New York: WW Norton, pages 2-36.

Scaer, R. (2005). The Trauma Spectrum. New York: W.W. Norton.

Simington J.A. (2010) Taking Flight International Corporation: Alberta, Canada.

english version